ΚΟΝΔΥΛΩΜΑΤΑ

Τα κονδυλώματα αποτελούν το πιο κοινό σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, όμως το τρίπτυχο ενημέρωση-πρόληψη-θεραπεία μπορεί να αποδειχτεί νικητήριο, αν ακολουθηθεί σωστά.

κονδυλώματα

Γενικές Πληροφορίες

Τα οξυτενή ή δερματικά κονδυλώματα υπάρχουν από τα αρχαία χρόνια, και πιο συγκεκριμένα από την εποχή του Ιπποκράτη. Τότε βέβαια εντοπίζονταν περισσότερο στους ομοφυλόφιλους άντρες, ενώ πλέον είναι πρόβλημα που αφορά εξίσου ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους, άντρες και γυναίκες.

Έχει υπολογιστεί ότι τουλάχιστον το 50% του πληθυσμού της αναπαραγωγικής ηλικίας μολύνεται από τον ένοχο ιό HPV (Human Papilloma Virus) σε κάποια στιγμή της ζωής του. Τα ποσοστά αυτά εξηγούν γιατί τα κονδυλώματα είναι το πιο κοινά σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.

Αιτία

Η παρουσία των κονδυλωμάτων οφείλεται σε μόλυνση από στελέχη του ιού HPV ή αλλιώς «ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων». Μέχρι σήμερα, έχουν ταυτοποιηθεί πάνω από 100 στελέχη του ιού. Κάποια στελέχη του ιού είναι πιο αθώα και προξενούν τις κοινές μυρμηκίες σε διάφορα σημεία του σώματος, ενώ άλλα στελέχη είναι πιο επικίνδυνα και μπορεί να προκαλέσουν δυσπλαστικές αλλοιώσεις στον τράχηλο της μήτρας, το πέος, τον πρωκτό και αλλού, οι οποίες να εξελιχθούν σε κακοήθειες. Περίπου 40 από τα στελέχη του HPV προσβάλλουν τη γεννητική, την περιγεννητική αλλά και τη στοματική περιοχή των σεξουαλικά ενεργών ατόμων.

Τα δερματικά κονδυλώματα οφείλονται σε στελέχη του ιού HPV χαμηλού κινδύνου (κατά 90% στα στελέχη 6 και 11), δηλαδή σε στελέχη που δεν είναι καρκινογόνα. Ωστόσο, μπορεί να συνυπάρχουν σε αυτά, στελέχη HPV υψηλού κινδύνου (όπως τα 16, 18, 31, 33 και 45), που ενδέχεται να προκαλέσουν καρκίνο (π.χ. του τραχήλου της μήτρας, του πρωκτού). Η διάγνωση λοιπόν δεν θα πρέπει να αργοπορεί.

Συμπτώματα

Συχνά, τα κονδυλώματα δεν συνοδεύονται από κάποια συμπτώματα. Σπάνια, ο ασθενής μπορεί να παραπονεθεί για αίσθημα πόνου, κνησμού ή καύσου, ενώ ακόμα σπανιότερα μπορεί κάποια από αυτά να αιμορραγήσουν και αυτό κατ’ επέκταση να οδηγήσει σε πιο γρήγορη εξάπλωση στις γύρω περιοχές.

Μορφές

Η μορφή των βλαβών ποικίλλει, καθώς συναντούμε έξι μορφολογικούς τύπους:

  1. Μορφή μικρού κουνουπιδιού, ανοιχτού ή σκούρου χρώματος
  2. Μορφή μικρού και λείου λόφου, στο χρώμα της επιδερμίδας
  3. Μορφή με υπερκερατωσική επιφάνεια, ανάγλυφη και τραχιά
  4. Μορφή επίπεδη, σαν σκουρόχρωμη κηλίδα
  5. Μορφή νηματοειδής δίκην θυσάνου, συνήθως ανοιχτόχρωμη
  6. Μορφή με μίσχο, δίκην θηλώματος, συνήθως σκουρόχρωμη

Εντοπισμός

Στους άντρες προσβάλλουν την ουρήθρα, το πέος, το όσχεο, το εφήβαιο, την περιπρωκτική περιοχή, τους βουβώνες και το άνω μέρος των μηρών. Στις γυναίκες, εντοπίζονται στα χείλη του αιδοίου, τα τοιχώματα του κόλπου, το εφήβαιο, αλλά και την περινεϊκή, περιπρωκτική και βουβωνική περιοχή. Αρκετές φορές, δεν είναι άμεσα ορατά καθώς καλύπτονται από την τριχοφυΐα της περιοχής ή βρίσκονται ανάμεσα στις πτυχώσεις του δέρματος.

Σε παραμελημένες περιπτώσεις αντιθέτως, σχηματίζουν εκτεταμένες πλάκες που φτάνουν να φράξουν την ουρήθρα ή τον κόλπο, καθιστώντας επώδυνη την ούρηση αλλά και τη σεξουαλική διείσδυση. Καθώς μεταδίδονται και με τον στοματικό έρωτα, προσβάλλουν – αν και σπανιότερα – τα χείλη του στόματος, τη γλώσσα, τη στοματική κοιλότητα, την υπερώα (ουρανίσκο) και τον φάρυγγα.

Οι βλάβες που προκαλούν τα δερματικά κονδυλώματα, μπορεί να είναι κλινικές (ορατές με γυμνό μάτι), υποκλινικές (διακρίνονται μόνο με μεγεθυντικό φακό) ή λανθάνουσες (δεν δίνουν κανένα ορατό σημείο και ανιχνεύονται μόνο με ταυτοποίηση PRC με τη λήψη δείγματος ιστού).

Μετάδοση

Τα οξυτενή κονδυλώματα, που οφείλουν τον χαρακτηρισμό τους στην οξεία, αιχμηρή απόληξη που έχουν κατά την τελική διαμόρφωσή τους, μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή, είτε δια της κολπικής, είτε δια της πρωκτικής οδού. Δεν είναι όμως απαραίτητη η σεξουαλική διείσδυση. Ακόμα και η ερωτική επαφή ανάμεσα σε δύο γυναίκες είναι απειλητική, αφού η τριβή μεταξύ των γυναικείων γεννητικών οργάνων αρκεί για να μεταδοθεί ο ιός, όπως ισχύει και στην περίπτωση τριβής με μολυσμένα δάχτυλα, μολυσμένα sex toys ή με άλλα μολυσμένα αντικείμενα (όπως πετσέτες, σεντόνια, κ.α.). Επίσης, ο κίνδυνος ελλοχεύει και στην περίπτωση του στοματικού έρωτα.
Ο ιός εισέρχεται στο δέρμα και τους βλεννογόνους μέσα από τις μικροσκοπικές αμυχές που προκαλούνται στη γεννητική και περιγεννητική περιοχή κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα. Για τον λόγο αυτό, η χρήση προφυλακτικού δεν αρκεί για να εμποδίσει τη μετάδοση, αφού δεν καλύπτει τη βάση του πέους, ούτε την περιγεννητική περιοχή όπου συχνά εντοπίζονται τα κονδυλώματα, επομένως με την ερωτική επαφή και την τριβή μπορεί να μεταδοθεί εύκολα ο ιός. Επιπλέον, το προφυλακτικό δεν προστατεύει ούτε απέναντι σε όλα τα είδη ερωτικής συνεύρεσης, όπως για παράδειγμα τον στοματικό έρωτα.

Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο ότι δεν μολύνονται όλοι όσοι εκτίθενται στον ιό, ούτε εκδηλώνουν βλάβες όλοι όσοι μολυνθούν, καθώς ενδέχεται να υπερτερήσει το αμυντικό σύστημα του οργανισμού. Ακόμα όμως κι αν κάποιος φτάσει να εκδηλώσει βλάβες, ο μακρύς χρόνος επώασης του ιού (μπορεί να διαρκέσει έως και οχτώ μήνες), καθώς και η πιθανή διατήρησή του σε λανθάνουσα κατάσταση ακόμα και για αρκετά χρόνια πριν το «ξύπνημά» του, καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό του ερωτικού συντρόφου από τον οποίο προήλθε η μετάδοση, ειδικά στην περίπτωση εφήμερων σχέσεων.

Παράγοντες κινδύνου

Η συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου για τη μετάδοση του ιού. Έχει υπολογιστεί ότι σε κάθε σεξουαλική επαφή με μολυσμένο άτομο, οι πιθανότητες μόλυνσης αγγίζουν το 70%, αν δεν λαμβάνονται προφυλάξεις. Προφανώς, πιο προστατευμένοι είναι όσοι βρίσκονται σε μία μακροχρόνια σχέση ή γνωρίζουν τον σύντροφό τους περισσότερο από οχτώ μήνες πριν ξεκινήσουν τις σεξουαλικές επαφές μαζί του.

Καθοριστικό ρόλο όμως παίζει και το αμυντικό σύστημα του οργανισμού. Σε περίπτωση μεγάλης εξασθένησης λόγω κάποιου αυτοάνοσου νοσήματος ή λόγω κάποιας ανοσοκατασταλτικής ή ανοσοτροποποιητικής αγωγής, πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες λοίμωξης, εμφάνισης των κονδυλωμάτων αλλά και μετέπειτα αναζωπύρωσης της λοίμωξης.

Επιπλέον επιβαρυντικοί παράγοντες είναι οι μικροτραυματισμοί που μπορεί να προκληθούν από το ξύρισμα ή την αποτρίχωση με κερί της γεννητικής περιοχής, αλλά και η συνύπαρξη άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, όπως ο έρπης των γεννητικών οργάνων και η μολυσματική τέρμινθος. Τέλος, έχουν ενοχοποιηθεί και το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και η λήψη αντισυλληπτικών χαπιών, που φαίνεται ότι συσχετίζονται με άλλες συνήθειες, οι οποίες ωστόσο δεν μετρήθηκαν στις σχετικές μελέτες, όπως για παράδειγμα η μη χρησιμοποίηση προφυλακτικού κατά τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών.

 κονδυλωματων pmi banner

Πρόληψη – Διάγνωση

Καθώς ως γνωστόν η πρόληψη αποτελεί την καλύτερη ασπίδα για την υγεία, συστήνονται απλές πρακτικές που μπορούν να κρατήσουν μακριά τον κίνδυνο των κονδυλωμάτων.

Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, είναι αυτονόητο ότι απολύτως προστατευμένοι απέναντι στα κονδυλώματα είναι όσοι επιλέγουν την αποχή από τις σεξουαλικές επαφές, και όχι μόνο από την ερωτική διείσδυση. Επειδή όμως αυτό δεν συνηθίζεται στις μέρες μας, κρίνεται απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού σε κάθε επαφή που περιορίζει τον κίνδυνο της μόλυνσης, αλλά δεν τον εξαλείφει αφού όπως είπαμε δεν καλύπτει ούτε τη βάση του πέους, ούτε την περιγεννητική περιοχή, αλλά ούτε και όλα τα είδη της ερωτικής συνεύρεσης.

Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται και σε περίπτωση ξυρίσματος ή αποτρίχωσης των περιγεννητικών οργάνων, καθώς τόσο το ξυραφάκι όσο και το αποτριχωτικό κερί μπορεί να προκαλέσουν μικροτραυματισμούς στο δέρμα, ανοίγοντας τον δρόμο στον ιό HPV.

Στο ίδιο πλαίσιο, απαραίτητη κρίνεται και η αυτοεξέταση/αυτοψηλάφηση για ανίχνευση καινούργιων δερματικών βλαβών που μοιάζουν με «ελιές». Για μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχημένης ανίχνευσής τους, συστήνεται η χρήση ενός μεγάλου καθρέφτη και έντονου φωτισμού στα επίμαχα σημεία.

Στην περίπτωση συχνής εναλλαγής συντρόφων, θα πρέπει να αποτελεί «πάγια» τακτική η εξέταση/ψηλάφηση των συντρόφων πριν τη σεξουαλική διείσδυση. Ο έλεγχος μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια των προκαταρκτικών χαδιών, ιδανικά με αρκετό φως. Στόχος είναι ο εντοπισμός τυχόν δερματικών αλλοιώσεων ή προεξοχών στη γεννητική ή περιγεννητική περιοχή.

Φυσικά, καμία εξέταση/ψηλάφηση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιατρική δερματολογική εξέταση, η οποία θα πρέπει να αποτελεί μέρος του καθιερωμένου ετήσιου τσεκ-απ υγείας. Η εξέταση είναι ανώδυνη και χάρη στην επιστημονική κατάρτιση και τη χρήση ειδικών δερματολογικών φακών και οργάνων, φέρνει στο φως ακόμα και τις υποκλινικές βλάβες, αυτές δηλαδή που δεν διαγνώσκονται δια γυμνού οφθαλμού.

Ένα ακόμα μέτρο πρόληψης απέναντι στα κονδυλώματα είναι ο εμβολιασμός. Το υπάρχον εννιαδύναμο εμβόλιο προσφέρει ανοσία απέναντι στα εννέα από τα πιο συχνά στελέχη του ιού. Η ανοσία ωστόσο διαρκεί για τρία μόνο χρόνια, ενώ ακόμα και κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ετών θα πρέπει να τηρούνται τα προαναφερθέντα μέτρα πρόληψης και προστασίας. Ο εμβολιασμός συστήνεται για αγόρια και κορίτσια ηλικίας 12 έως 25 ετών, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.

Θεραπεία

Για την αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων, υπάρχουν θεραπείες που εφαρμόζονται στο σπίτι από τους ίδιους τους πάσχοντες, καθώς και θεραπείες που πραγματοποιούνται μόνο σε δερματολογικό ιατρείο.

Θεραπείες κατ’ οίκον

Στην κατηγορία αυτή, περιλαμβάνονται αλοιφές ή λοσιόν με φαρμακευτικές ουσίες, που προορίζονται για τοπική εφαρμογή στα σημεία των βλαβών. Αν και αποτελούν την πιο απλή και συντηρητική μέθοδο αντιμετώπισης των κονδυλωμάτων, δεν αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καθώς οι ασθενείς τείνουν να παραλείπουν τις μικρές, τις αρχόμενες αλλά και τις υποκλινικές βλάβες, αυτές δηλαδή που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι. Οι βλάβες που παραμένουν, είναι η συνήθης αιτία συνεχών επανεμφανίσεων και υποτροπών των κονδυλωμάτων. Επιπλέον, η αναπόφευκτη χρήση των σκευασμάτων αυτών και σε υγιείς περιοχές, επιφέρει συχνά ερεθιστικές δερματίτιδες και ξηροδερμίες που αποτελούν γόνιμο έδαφος για την εξάπλωση των κονδυλωμάτων.

Θεραπείες σε δερματολογικό ιατρείο

Πιο αποτελεσματικές είναι αντιθέτως οι θεραπείες που εφαρμόζονται σε δερματολογικό ιατρείο από εξειδικευμένο δερματολόγο-αφροδισιολόγο.

Κρυοθεραπεία
Η παλαιότερη μέθοδος είναι η κρυοθεραπεία (κρυοπηξία), με την οποία προκαλείται καταστροφή των βλαβών με τη χρήση υγρού αζώτου. Η μέθοδος αυτή ωστόσο δεν μπορεί να εστιάσει στις περιοχές των βλαβών, με αποτέλεσμα να καταστρέφει και υγιές δέρμα. Επίσης, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπών καθιστώντας αναγκαία τη συχνή επανάληψή της. Ακόμα και σε αισθητικό επίπεδο τα αποτελέσματα δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικά, καθώς είναι πολύ πιθανό να αφήσει στο δέρμα ουλές και υποχρωμίες.

Διαθερμοπηξία
Μία ακόμα παλιά και μη-επιλεκτική μέθοδος αντιμετώπισης των κονδυλωμάτων είναι η διαθερμοπηξία (ηλεκτροκαυτηρίαση). Μπορεί όμως να αφήσει ουλές και υποχρωμίες, είναι πολύ επώδυνη, ενώ καθυστερεί πάρα πολύ ο χρόνος επούλωσης του δέρματος στην περιοχή με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται (όπως επιμόλυνση, κ.ο.κ.).

Χειρουργική αφαίρεση

Αποτελεί την πιο επεμβατική μέθοδο αντιμετώπισης των κονδυλωμάτων, που ενδείκνυται μόνο στις πολύ μεγάλες βλάβες, ιδιαίτερα στις περιπρωκτικές.

H υπεροχή του LASER CO2

Μακράν η πιο εξελιγμένη μέθοδος εξάλειψης των κονδυλωμάτων αποτελεί το LASER CO2 σε συνδυασμό με τη χρήση ειδικών δερματολογικών φακών και οργάνων. Αρκεί μόνο μία συνεδρία για την επιλεκτική αντιμετώπιση όλων των βλαβών. Πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικής ενισχυμένης αναισθητικής κρέμας, είναι ανώδυνη, αναίμακτη, έχει πολύ σύντομο χρόνο αποθεραπείας και επούλωσης του δέρματος, ενώ δεν αφήνει πίσω της ουλές και υποχρωμίες.

Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου προϋποθέτει την άριστη τεχνογνωσία επί της αντιμετώπισης των κονδυλωμάτων, καθώς και ένα δερματολογικό ιατρείο με σύγχρονο εξοπλισμό. Με τη μέθοδο αυτή, δεν αντιμετωπίζονται μόνο τα ορατά κονδυλώματα, αλλά επιτυγχάνεται η ανίχνευση και των πιο μικροσκοπικών αρχόμενων βλαβών, των υποκλινικών βλαβών που δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού και είναι σημαντικό να εξαλειφθούν προκειμένου να μην αποτελούν εστία μεταδοτικότητας και αιτία συνεχών υποτροπών. Σε εξειδικευμένες περιπτώσεις συστήνεται η ταυτοποίηση των στελεχών του ιού HPV και ο έλεγχος της ογκογόνου δραστηριότητάς τους με HPV Test (μέθοδος PCR).

Μετά την εξάχνωση των βλαβών με το υπερπαλμικό LASER CO2, ακολουθεί απόξεση για την επιμελή απομάκρυνση της κατεστραμμένης δερματικής βλάβης και εκ νέου εφαρμογή του LASER CO2 στην ευρύτερη περιφέρεια μερικών χιλιοστών γύρω από τις βλάβες, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης και ριζική εξάλειψη των κονδυλωμάτων.

Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί φωτοδυναμική θεραπεία, παλμικό LASER χρωστικής ή και ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες σε συνδυασμό με τα παραπάνω. Επίσης, αν οι ασθενείς έχουν εμφανίσει κονδυλώματα στο αιδοίο, τον πρωκτό ή την ουρήθρα, συστήνεται αντίστοιχα κολποσκόπηση, ορθοσκόπηση και ουρηθροσκόπηση μετά την αφαίρεση των εξωτερικών δερματικών κονδυλωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, οι ασθενείς με κονδυλώματα δεν θα πρέπει να εφησυχάζουν μετά τη θεραπεία. Συστήνεται η συχνή επανεξέταση έτσι ώστε να εντοπίζονται και να εξαλείφονται τυχόν νέες βλάβες, οι οποίες μπορεί να είναι υπολειμματικές βλάβες, καθώς και καινούργιες βλάβες που τη χρονική στιγμή της εξέτασης ήδη επωάζονταν. Κριτήριο ιάσεως είναι η πλήρης ανυπαρξία βλαβών επί 8 συνεχόμενους μήνες, αφού αυτός είναι ο μέγιστος χρόνος επώασης του ιού.

Διαβάστε:

 

Δείτε στο infographic ότι πρέπει να γνωρίζετε για τα κονδυλώματα.

Ρωτήστε ανώνυμα τον γιατρό